Μέσα από μια συστηματική έρευνα, το πρόγραμμα «Στρατόπεδο συγκέντρωσης Παύλου Μελά: Έρευνα, Εκπαίδευση και Μνήμη» φέρνει στο φως «βουβές ιστορίες» ενός από τους πιο οδυνηρούς «διαμετακομιστικούς κόμβους» της γερμανικής κατοχής στην Ευρώπη.
Από στρατώνες, στρατόπεδο συγκέντρωσης
Η ιστορία του χώρου ξεκινά στα τέλη του 1890, όταν η οθωμανική διοίκηση αγόρασε την έκταση από τη Σαφιγιέ Χανούμ για τη στέγαση στρατώνων πυροβολικού. Μετά το 1912, το στρατόπεδο πέρασε στον ελληνικό στρατό, ενώ κατά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο χρησιμοποιήθηκε από τα αγγλογαλλικά στρατεύματα. Ωστόσο, η πιο μελανή σελίδα γράφτηκε με την κατάληψη της Θεσσαλονίκης από τους Γερμανούς στις 9 Απριλίου 1941.
Αν και τυπικά υπαγόταν στη γερμανική υπηρεσία SD και η φρούρησή του είχε ανατεθεί σε ελληνικές αστυνομικές δυνάμεις, στην επίσημη αλληλογραφία χαρακτηριζόταν ρητά ως «Konzentrationslager» (KZ) – στρατόπεδο συγκέντρωσης. Όπως σημειώνει η ιστορική έρευνα, αποτέλεσε το «χρήσιμο εργαλείο» για την καταπολέμηση του αντιστασιακού κινήματος και τον εκφοβισμό του πληθυσμού.
Ένας «κοινός τόπος μαρτυρίου»
Η Ξένια Ελευθερίου, επιστημονική υπεύθυνη στο Εβραϊκό Μουσείο Θεσσαλονίκης, υπογραμμίζει ότι το στρατόπεδο λειτούργησε ως ένας «κοινός τόπος μαρτυρίου μεταξύ Ελλήνων χριστιανών και Ελλήνων Εβραίων». Συνολικά, η έρευνα έχει καταγράψει 106 ονόματα Εβραίων κρατουμένων, και όχι μόνο Θεσσαλονικέων. «Μεταξύ τους πολλοί Καστοριανοί Εβραίοι, που πέρασαν από το στρατόπεδο τον Μάρτιο του 1944 λίγο πριν μεταφερθούν στο Άουσβιτς-Μπίρκεναου, αλλά και κρατούμενοι από Καρδίτσα, Βόλο και Αθήνα. Ορισμένοι από αυτούς δεν έφτασαν ποτέ στα στρατόπεδα εξόντωσης», επισημαίνει. «Κάποιοι δολοφονήθηκαν εδώ. Η κατηγορία ήταν ότι βοήθησαν Βρετανούς ή θεωρούνταν αριστεροί αντάρτες», αναφέρει.
Η ίδια εξηγεί ότι η σύνδεση του χώρου με την εβραϊκή ιστορία είναι ακόμα βαθύτερη: «Το οικόπεδο του Παύλου Μελά ήταν της οικογένειας Μοδιάνο. Υπάρχουν πολλές συνδέσεις με την τοπική εβραϊκή ιστορία και μνήμη».
Στη Γερμανική Σχολή Θεσσαλονίκης πραγματοποιήθηκε πιλοτικό πρόγραμμα, όπου μαθητές παρακολούθησαν ντοκιμαντέρ και είχαν πρόσβαση σε ειδικό υλικό του προγράμματος. Στο Εβραϊκό Μουσείο Θεσσαλονίκης υπάρχει πλέον διαδραστικός πίνακας για το θέμα και η ιστοσελίδα του προγράμματος θα ανανεώνεται συνεχώς.
«Θέλουμε να δείξουμε στα παιδιά ότι ο ρατσισμός είναι για όλους το ίδιο», τονίζει η Ελευθερίου. «Η αντιμετώπιση των εγκλείστων ήταν η ίδια για Έλληνες χριστιανούς, Σέρβους χριστιανούς, Έλληνες Εβραίους, Τούρκους Εβραίους, Ισπανούς Εβραίους. Οι εργασίες, η πείνα, οι εξευτελισμοί ήταν ίδια για όλους».
Η καθημερινότητα της φρίκης
Οι συνθήκες διαβίωσης περιγράφονται στις σημειώσεις της έρευνας ως «φρικώδεις». Ο υποσιτισμός και η στοχευμένη στέρηση τροφής δεν ήταν απλώς αποτέλεσμα ελλείψεων, αλλά «μέσο ελέγχου και πειθαρχίας». Η νοσηρότητα και η θνησιμότητα ήταν τρομακτικές. Οι κρατούμενοι έκαναν λόγο για «αιμοπτύσεις και καθημερινό πυρετό» λόγω της ανύπαρκτης ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης. Οι εκτελέσεις στην απέναντι «τούμπα» επιδρούσαν βασανιστικά. Οι κρατούμενοι ζούσαν καθημερινά υπό τον «φόβο για επικείμενη εκτέλεση», με τον μέσο όρο ηλικίας των θυμάτων να αγγίζει μόλις τα 30 έτη. Μαρτυρίες μιλούν ακόμα για διοργάνωση ποδοσφαιρικών αγώνων μεταξύ κρατουμένων και ναζί στρατιωτών, θυμίζοντας την ταινία «Η Απόδραση των 11».
Δίνοντας πρόσωπο στα ονόματα
Η έρευνα εστίασε στη «μικροϊστορία» και στο να δοθούν ανθρώπινα χαρακτηριστικά στις ψυχρές λίστες ονομάτων. Η ιστορική ερευνήτρια Άννα Καράμπελα ήρθε σε επαφή με απογόνους κρατουμένων .«Με το που βλέπεις μια φωτογραφία, βλέπεις τα χαρακτηριστικά του ανθρώπου, πώς ήταν στην προηγούμενη ζωή πριν μπει στο στρατόπεδο», τονίζει. Χαρακτηριστική περίπτωση που κατέγραψε η έρευνα είναι η «τραγική ειρωνεία» ενός ανθρώπου που το 1932 υπηρετούσε τη θητεία του στο Στρατόπεδο Παύλου Μελά και 12 χρόνια μετά βρέθηκε εκεί ως κρατούμενος των Γερμανών. Μια άλλη φωτογραφία καταγράφει τρεις ομήρους που επιστρέφουν από στρατόπεδο συγκέντρωσης στο Έσεν στην Ελλάδα και ξεκίνησαν από το Παύλου Μελά.
Η ίδια υπογραμμίζει πως οι οικογενειακές αφηγήσεις λειτουργούν ως «φορείς μνήμης» και ότι κάθε μαρτυρία προσθέτει μία ακόμα ψηφίδα στο συλλογικό παρελθόν. «Επειδή έχω διδάξει Ιστορία, προβάλλοντας τέτοιες μικρές ιστορίες είναι ένας τρόπος που την κάνουμε πιο ενδιαφέρουσα στα παιδιά».
Απέναντι στη μνημοκτονία
Για τον ιστορικό Στράτο Δορδανά το πρόγραμμα αποτελεί έναν ζωντανό μηχανισμό κατανόησης του σήμερα και θωράκισης της κοινωνίας απέναντι σε σύγχρονες απειλές. «Οποιοδήποτε επιστημονικό πρόγραμμα δεν λάβει υπόψη του την εκπαίδευση της νέας γενιάς είναι μισό. Πρέπει να ενημερωθούν για τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, να εκπαιδευτούν για πανανθρώπινα ζητήματα, όπως η δημοκρατία, ο σεβασμός του άλλου, ο αντισημιτισμός και ο ρατσισμός». Εξηγεί ότι χωρίς γνώση του παρελθόντος, η κοινωνία μένει εκτεθειμένη και ειδικά σε εποχές παγκόσμιας επισφάλειας: «Αν δεν το γνωρίσουμε, οι κίνδυνοι επανάληψης, με άλλους όρους, είναι υπαρκτοί και διαρκείς».
Οι φωτογραφίες που «μιλούν» και φτάνουν σήμερα στα αρχεία μέσω οικογενειακών συλλογών αυξάνονται, με πρόσφατο παράδειγμα τις φωτογραφίες των «200» της Καισαριανής. Ο ιστορικός φέρνει το παράδειγμα ενός άγνωστου μέχρι πρόσφατα άλμπουμ από την Κλαδοράχη Φλώρινας. «Ένας Γερμανός συνάδελφος μου έστειλε φωτογραφίες από απαγχονισμούς τον Αύγουστο του 1943. Ιδίου τύπου με αυτές της Καισαριανής: μεταφορά ομήρων, οδηγηματική εκτέλεση, φωτογράφιση από τους ίδιους τους θύτες. Οι Γερμανοί φωτογράφιζαν τα πάντα». Τονίζει πως τέτοια τεκμήρια θα συνεχίσουν να εμφανίζονται: «Είμαι βέβαιος ότι θα βρεθούν και άλλες φωτογραφίες πολεμικών εγκλημάτων.Η προθυμία αγοράς της συλλογής φωτογραφιών της Καισαριανής είναι θετική. Αλλά πού ήταν αυτά τα αντανακλαστικά για τον ομαδικό τάφο στο Επταπύργιο; Δύο μέτρα και δύο σταθμά». Ασκεί επίσης κριτική στον φόβο με τον οποίο αντιμετωπίζεται ακόμη ο Εμφύλιος: «Τι φοβόμαστε;
Ότι θα διαιρεθεί ξανά η κοινωνία; Έχουν περάσει δεκαετίες. Η πολιτική ηγεσία συντηρεί αυτές τις εθνικές φοβίες», τονίζει.
Ο Δορδανάς επιμένει ότι το μελλοντικό Μουσείο Εθνικής Αντίστασης στο κτίριο Α2 του πρώην Στρατοπέδου Παύλου Μελά πρέπει να έχει έναν χώρο τεκμηρίωσης και έρευνας που θα συλλέγει, θα ψηφιοποιεί και θα καθιστά τα τεκμήρια προσβάσιμα στο κοινό.
Το Στρατόπεδο Παύλου Μελά δεν είναι μόνο υπόθεση της Θεσσαλονίκης, αλλά ολόκληρης της Ελλάδας και των Βαλκανίων. Η έρευνα ανέδειξε την παρουσία Βρετανών και Σέρβων κρατουμένων, καθιστώντας το στρατόπεδο ένα διεθνές σημείο αναφοράς για τη ναζιστική καταστολή. Σήμερα, δεν είναι πια ένα μη ερμηνεύσιμο κενό στον χάρτη της πόλης. Είναι ένας φάρος ιστορικής ευθύνης, υπενθυμίζοντας ότι η λήθη είναι η μοναδική ήττα της Ιστορίας.





