Οποιαδήποτε αύξηση του ΦΠΑ στα είδη διατροφής θα έχει ολέθριες επιπτώσεις σε έναν κλάδο που αποτελεί το θεμέλιο μιας παραγωγικής ανασυγκρότησης της χώρας.

Του Αθαν. Χ. Παπανδρόπουλου.

Ο υπουργός Επικρατείας κ. Αλέκος Φλαμπουράρης ήταν αυτός που σε τελευταία δημόσια ομιλία του σε επιχειρηματίες και στελέχη επιχειρήσεων τόνισε ότι η ελληνική βιομηχανία ειδών διατροφής είναι ένας από τους κλάδους που μπορούν να στηρίξουν την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας. Τις ίδιες περίπου σκέψεις διατύπωσε σε τηλεοπτική συνέντευξή του και ο διευθυντής του Γραφείου του υπουργού Επικρατείας κ. Ν. Παππά. Απ’ ό,τι γνωρίζουμε δε, στην βιομηχανία ειδών διατροφής και στον ρόλο της για την εξωστρέφεια της ελληνικής οικονομίας ποντάρει και ο υπουργός Ανάπτυξης κ. Γιώργος Σταθάκης, τονίζοντας ότι ο παραγωγικός αυτός κλάδος είναι και υποβοηθητικός μιας γενικότερης ανασυγκρότησης της ελληνικής γεωργίας.papandropoulos01

Στο ίδιο εξάλλου συμπέρασμα καταλήγουν τα τελευταία χρόνια και σημαντικές μελέτες του Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ) για την βιομηχανία ειδών διατροφής, που σήμερα θεωρείται ατμομηχανή της ελληνικής βιομηχανίας. Γεγονός είναι δε, από την άποψη αυτή, ότι ο κλάδος προσφέρει απασχόληση σε 300.000 άτομα, καλύπτει 3 δισεκατ. ευρώ εξαγωγές και είναι από τους πρωτοπόρους σε έρευνα και ανάπτυξη.

Από πλευράς οικογενειακής δαπάνης, σύμφωνα με την τελευταία έρευνα οικογενειακών προϋπολογισμών που διενεργεί η Ελληνική Στατιστική Αρχή, οι δαπάνες για είδη διατροφής αντιπροσωπεύουν κατά μέσον όρο το 20% του οικογενειακού προϋπολογισμού, με το ποσοστό αυτό να ανεβαίνει στο 34% για τον πτωχό πληθυσμό της χώρας. Ας σημειωθεί, επίσης, ότι το ποσοστό συμμετοχής της διατροφής στον οικογενειακό προϋπολογισμό βαίνει αυξανόμενο στο μέτρο που η συνολική ετήσια οικογενειακή δαπάνη μειώνεται λόγω αντίστοιχης πτώσης του εθνικού κατά κεφαλήν εισοδήματος. Πιο αναλυτικά, ενώ η μέση μηνιαία δαπάνη για αγορές αγαθών και υπηρεσιών σε τρέχουσες τιμές το 2008 αντιπροσώπευε 2.120 ευρώ, το 2012 είχε πέσει στα 1.637 ευρώ και σήμερα εκτιμάται ότι βρίσκεται στα 1.502 ευρώ. Έτσι, το ποσοστό που αντιπροσωπεύουν τα είδη διατροφής στην σύνθεση της δαπάνης αυτής, από 16,4% το 2003, το 2014 εκτιμάται στο επίπεδο του 20,8% και για τα φτωχότερα νοικοκυριά να ξεπερνά το 39%.

Από αυτά που προηγούνται, γίνεται ορατή μία πολύ δυσάρεστη εξέλιξη για τα νοικοκυριά αν ο ΦΠΑ για τα είδη διατροφής περάσει στον ενιαίο συντελεστή του 18%, από το 13% που ισχύει σήμερα. Η αύξηση αυτή θα αντιπροσωπεύει κατά μέσον όρο περί τα 190 ευρώ ετησίως για κάθε οικογενειακό προϋπολογισμό –ποσό που θα αφορά μόνον τα είδη διατροφής. Όσο για τα φτωχότερα νοικοκυριά, το αντίστοιχο ποσό θα είναι κοντά στα 100 ευρώ ετησίως και θα αντιπροσωπεύει το 2% του ετήσιου εισοδήματός τους. Έτσι, με συνολική επίπτωση στα τρόφιμα 4,1%, η άνοδος του ΦΠΑ στην κατηγορία αυτή θα πλήξει αισθητά τα νοικοκυριά με μεσαία και μικρά εισοδήματα, που αφιερώνουν και το μεγαλύτερο μέρος των εισοδημάτων τους στην διατροφή τους.

Περιττόν να τονιστεί ότι μια τέτοια εξέλιξη θα έχει αρνητικές επιπτώσεις και στην παραγωγική λειτουργία της βιομηχανίας ειδών διατροφής, που εκ των πραγμάτων θα γνωρίσει κάμψη της ζήτησης, κυρίως δε στους τομείς αυτούς που παράγουν και υψηλές προστιθέμενες αξίες.

Θα πρέπει, έτσι, να επισημανθεί ότι ο τομέας ειδών διατροφής είναι, κατά το ΙΟΒΕ, πρώτος ανάμεσα στους κλάδους της μεταποίησης σε όρους αξίας παραγωγής (19,8%) και ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας (24,4%) και δεύτερος κατά σειράν σε όρους κύκλου εργασιών, μετά τα προϊόντα διΰλισης. Επίσης, πάντα σύμφωνα με την μελέτη του ΙΟΒΕ, η ελληνική βιομηχανία τροφίμων και ποτών, με σημαντικές επενδύσεις και επιχειρηματική δραστηριότητα σε Ελλάδα, Βαλκάνια και Ευρώπη, παρουσιάζει μεγάλες δυνατότητες περαιτέρω ανάπτυξης και μπορεί να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην τόνωση της ελληνικής οικονομίας.

Την διάσταση αυτή του κλάδου επισημαίνει, εξάλλου, και η γνωστή μελέτη της McKinsey, η οποία πραγματοποιήθηκε πριν μερικά χρόνια με πρωτοβουλία του Συνδέσμου Επιχειρήσεων και Βιομηχανίας (ΣΕΒ).

Είναι σημαντικό να πούμε ότι, παρά την κρίση, ο κλάδος διατηρεί αλώβητα τα επίπεδα απασχόλησης και είναι από τους ελάχιστους που προσφέρουν θέσεις εργασίας σε επιστήμονες και γενικά σε υψηλής κατάρτισης ανθρώπινο δυναμικό. Διατηρεί, επίσης, καλές σχέσεις συνεργασίας με την πανεπιστημιακή κοινότητα και ειδικότερα με το Γεωπονικό Πανεπιστήμιο της Αθήνας, καθώς και με ομοειδή ιδρύματα στην Θεσσαλονίκη και την ελληνική περιφέρεια.

Αν λοιπόν η κατά κεφαλήν κατανάλωση τροφίμων στην Ελλάδα, η οποία από 2.300 ευρώ ετησίως το 2009 σήμερα έχει πέσει στα 1.600 ευρώ, πάει ακόμη πιο κάτω λόγω ανόδου του ΦΠΑ, είναι πολύ πιθανόν το γεγονός αυτό να αποτελέσει πραγματική ωρολογιακή βόμβα στην απαραίτητη –όσο και επιθυμητή– παραγωγική ανασυγκρότηση, για την οποία γίνεται μεν λόγος γενικά και αόριστα, πλην όμως τίποτα δεν είναι ορατό σε πρακτικό επίπεδο.

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ